πάνδοξος
πάνδοξος, all-glorious
πάνδοξος, ganz, allgemein berühmt (?).
πάνδοξος
- 1all-glorious πάνδοξον Αἰολάδα σταθμὸν ὑμνήσω Παρθ. 2. 9.
πάνδοξος, all-glorious