Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πανδοκευτής
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πανδέκτωρ
Πανδελέτειος
πανδελέτειος
πανδέξιος
πανδερκέτης
πανδερκής
πανδέτης
πανδεχής
πανδήλητος
πανδημεί
πανδημί
πανδημία
πανδήμιος
πάνδημος
πανδήμως
Πάνδια
πανδῖα
πάνδικος
πανδίκως
Πανδιονίδης
Πανδιόνιος
Πανδιονίς
πανδῖος
πάνδιος
Πανδίων
πανδόκεια
πανδοκεία
πανδοκεῖον
πανδοκεύς
πανδόκευσις
πανδοκευτής
πανδοκεύτρια
πανδοκεύω
πανδοκέω
πανδοκία
πανδόκιον
πανδοκίον
πανδόκισσα
πάνδοκος
πανδόκος
Πάνδοκος
πάνδοξ
πανδοξία
πάνδοξος
πανδοσία
Πανδοσία
πάνδοσις
πάνδουλος
πανδοῦρα
πανδουρίζω
πανδούριον
πανδουρίς
πανδουριστής
πάνδουρον
πάνδουρος
πανδοχεῖον
πανδοχεύς
πανδοχεύω
πανδοχίς
πανδόχος
πανδρόσειον
…
πανδοκευτής
Save
LSJ
παν-δοκευτής, οῦ, ὁ,
= πανδοκεύς,
BGU
1468.3 (iii/ii B. C., pl.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}