πανηγυριαρχέω
πανηγυριαρχέω, to be president of a πανήγυρις
πᾰνηγῠρι-αρχέω,
- to be president of a πανήγυρις, SIG 869.9 (Eleusis, ii A. D.), IG 3.716, etc.; πανηγυριαρχήσαντα καὶ ἀγωνοθετήσαντα τῶν μεγάλων Παναθηναίων ib. 709.
πανηγυριαρχέω, Vorsteher einer πανήγυρις sein, Inscr. 2190 u. öfter.