πανεύφρων
πᾰν-εύφρων, ον, gen. ονος, (εὐφρόνη)
- = πάννυχος, Cratin. 435.
παν·εύφρων, ων, ον, gén. ονος, qui dure toute la nuit, Crat. (Com. fr. 2, 212).
Étym. π. εὐφρόνη.
πανεύφρων, ον, sagte nach Poll. 6.163 Cratin. für πάννυχος. Vgl. εὐφρόνη.