πανέχινος Save LSJ πᾰν-έχινος, ὁ, or πᾰνέχιν-ον, τό, dub. sens., ἐν πανεχίνῳ (v.l. πάχει νώτῳ) τῆς ἀσπίδος αὐτοῦ LXX Jb. 15.26.