παραβεβλημένως
παραβεβλημένως, recklessly
παραβεβλημένως, Adv. pf. part. Pass. of παραβάλλω,
- recklessly, Poll. 3.136.
παραβεβλημένως, = παραβολάδην, Schol. Ap.Rh. 4.936 ; tollkühn, Poll. 3.136.
παραβεβλημένως, recklessly