παραγναθίδιος
παραγναθίδιος, on or for the cheek
παραγνᾰθ-ίδιος, ον,
- on or for the cheek, κόσμος ἵππου Eust. 1324.39; τὸ π., = sq., Id. 67.43.
παραγναθίδιος, an den Backen, Eust.