παρευνάομαι
παρευν-άομαι, = foreg., Orph. A. 136, Nonn. D. 2.355.
παρ·ευνάομαι-ῶμαι (part. ao. παρευνηθείς) c. παρευνάζω au pass. Orph. Arg. 136.
παρευνάομαι, = παρευνάζομαι, Λαοθόῃ παρευνηθείς, Orph. Arg. 133, VLL erkl. παρακοιμηθείς.