παρηγορητικός
παρηγορ-ητικός, ή, όν,
- = παρηγορικός, Sch.Il. 13.726.
παρηγορητικός, ή, όν, qui console, qui adoucit, qui calme, Gal. 14, 335 au sup. -ώτατος.
Étym. παρηγορητός.
παρηγορητικός, ή, όν, = παρηγορικός, Schaefer Schol. Par. Ap.Rh. 2.628 ; vgl. Schol. Il. 13.736.