Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παρήκτης
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παρηγορέατο
παρηγορέω
παρηγόρημα
παρηγόρησις
παρηγορητέον
παρηγορητικός
παρηγορία
παρηγορικός
παρηγορικῶς
παρήγορος
παρηδύνω
παρῄει
παρῄειν
παρῆεν
παρῇεν
παρηέρθη
παρηέρθην
παρηθέω
παρήθημα
παρηϊάς
παρήϊξα
παρήϊξε
παρήϊον
παρήιον
παρήϊος
παρηΐς
παρῆκα
παρηκοΐα
παρήκοος
παρηκουσμένως
παρήκτης
παρήκω
παρήλασε
παρῆλθε
παρηλικέστερος
παρηλικία
παρῆλιξ
παρήλιος
παρηλλαγμένως
πάρημαι
παρημελημένως
παρημερεύω
παρήμερος
παρημοσύνη
παρῆν
παρῄνεσα
πάρηξις
παρηονῖτις
παρῃονῖτις
παρηορία
παρῃορία
παρηορίαι
παρηορίη
παρηόριος
παρῃόριος
παρήορος
παρῄορος
παρήπαφε
παρήπαφον
παρῃρία
πάρῃρος
…
παρήκτης
Save
LSJ
παρήκτης·
πάντα πράττων ἐπὶ κακῷ,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}