παρημελημένως
παρημελημένως, negligently
παρημελημένως, Adv., (παραμελέω)
- negligently, διατρεφόμενος Plu. Alex. fort. 2.340d, f.l. in D.H. 7.12.
παρημελημένως, adv. avec mépris, DH. 7, 12.
Étym. part. pf. pass. de παραμελέω.
παρημελημένως, adv. part. perf. pass. von παραμελέω, vernachlässigt, Dion.Hal. 7.12 Luc. amor. 50.