About Report a problem

Menu

παρήπαφε

παρήπᾰφε,
  • v. παραπαφίσκω. παρηρία· μωρία, Hsch.; cf. παραρρέω, and v. παρήορος III; also πάρηρος (πάρερος cod., sed post παρη ρία) · ὁ μωρός, Id. παρής, contr. for παρηΐς.

Saved

Recent