παρηλλαγμένως
παρηλλαγμένως, differently, strangely
παρηλλαγμένως, Adv., (παραλλάσσω)
- differently, strangely, Plb. 15.13.6, D.S. 14.112.
παρηλλαγμένως, adv. d’une manière inusitée ou différente, Pol. 15, 13, 6 ; DS. 14, 112.
Étym. παρηλλαγμένος, part. pf. pass. de παραλλάσσω.
παρηλλαγμένως, adv. part. perf. pass. von παραλλάσσω, verändert, auf ungewöhnliche Weise, Pol. 15.16.3 DS. 14.112 u. a.Sp.