πεντάπλεθρος
πεντάπλεθρος, five πλέθρα long
πεντά-πλεθρος, ον,
- five πλέθρα long, Hecat.Abd. ap. J. Ap. 1.22, Max.Tyr. 8.6.
πεντά·πλεθρος, ος, ον, de cinq arpents, Jos. c. Ap. 1, 22.
Étym. πέντε, πλέθρον.
πεντάπλεθρος, fünf πλέθρα groß, Jos.