περιοιστέος
περιοιστέος, to be carried about
περιοιστ-έος, α, ον,
- to be carried about, κλείς Men. 343.
περιοιστέος, α, ον, vb. de περιφέρω, Mén. (Com. fr. 4, 172).
περιοιστέος, adj. verb. zu περιφέρω, herumzutragen.