περιπίμελος
περιπίμελος, very fat
περιπίμελος [πῑ], ον,
- very fat, Xenocr. ap. Orib. 2.58.11, Poll. 2.233
περι·πίμελος, ος, ον [πῑ] très gras, Orib. 10 Matthäi.
Étym. π. πιμελή.
περιπίμελος, ringsum, sehr fett, Poll. 2.233.