Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιπλέγνυμαι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιπιέζω
περιπιέσματα
περίπικρος
περιπιλέω
περιπίλναμαι
περιπίμελος
περιπίμπλαμαι
περιπίμπλημι
περιπίμπρημι
περιπιπράσκω
περιπίπτω
περιπίσματα
περιπιτνέω
περιπίτνω
περιπλάζω
περιπλανάομαι
περιπλανάω
περιπλανής
περιπλάνησις
περιπλανία
περιπλάνιος
περίπλασις
περίπλασμα
περιπλάσσω
περιπλαστεύω
περίπλαστος
περιπλαταγέω
περιπλάττω
περιπλέγδην
περίπλεγμα
περιπλέγνυμαι
περιπλεγνύω
περίπλειος
περιπλέκεια
περιπλεκής
περιπλεκτέον
περιπλεκτικός
περίπλεκτος
περιπλέκω
περίπλεξις
περίπλεος
περιπλευμον
περιπλευμονία
περιπλευμονιακός
περιπλευμονιάω
περιπλευμονικός
περιπλευμονικῶς
περιπλευρίδιον
περιπλευρίζω
περιπλευριτικός
περίπλευρος
περιπλέω
περίπλεως
περιπληθής
περιπλήθω
περιπλίγδην
περίπλικτος
περιπλίξ
περιπλίσσομαι
περιπλίττομαι
περιπλοκάδην
…
περιπλέγνυμαι
Save
LSJ
περιπλέγ-νυμαι, late for
περιπλέκομαι,
Eust.
1456.14.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}