περιπίμπλαμαι
περιπίμπλαμαι, to be filled full
περιπίμπλαμαι, Pass.,
- to be filled full of, λευκότητος περιεπλήσθη Pl. Tht. 156e: abs., περιεπλήσθη ἡ οἰκία X. HG 3.2.28.
περιπίμπλαμαι
aor1 περιε-πλήσθην
- Pass. to be filled full, Xen.