περίπλικτος
περίπλικτος, crossed
περί-πλικτος, ον,
- crossing, ποσσὶ π., of dancers, Theoc. 18.8 (v.l. -πλέκτοις).
περίπλικτος, ον,
- crossed, Luc. from περιπλίσσομαι