Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιπλευμονιακός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιπίτνω
περιπλάζω
περιπλανάομαι
περιπλανάω
περιπλανής
περιπλάνησις
περιπλανία
περιπλάνιος
περίπλασις
περίπλασμα
περιπλάσσω
περιπλαστεύω
περίπλαστος
περιπλαταγέω
περιπλάττω
περιπλέγδην
περίπλεγμα
περιπλέγνυμαι
περιπλεγνύω
περίπλειος
περιπλέκεια
περιπλεκής
περιπλεκτέον
περιπλεκτικός
περίπλεκτος
περιπλέκω
περίπλεξις
περίπλεος
περιπλευμον
περιπλευμονία
περιπλευμονιακός
περιπλευμονιάω
περιπλευμονικός
περιπλευμονικῶς
περιπλευρίδιον
περιπλευρίζω
περιπλευριτικός
περίπλευρος
περιπλέω
περίπλεως
περιπληθής
περιπλήθω
περιπλίγδην
περίπλικτος
περιπλίξ
περιπλίσσομαι
περιπλίττομαι
περιπλοκάδην
περιπλοκάς
περιπλοκή
περίπλοκος
περιπλόμενος
περίπλοος
περίπλους
περιπλούσιος
περίπλυμα
περιπλύνω
περίπλυσις
περιπλώω
περιπνείω
περιπνευμονία
…
περιπλευμονιακός
Save
LSJ
περιπλευμον-ιᾰκός, ή, όν,
= περιπλευμονικός,
Cels.
4.14.1.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}