περιπλευριτικός
περιπλευριτικός, affecting the πλευρά
περιπλευρ-ῑτικός, ή, όν,
- affecting the πλευρά, νοσήματα Hp. Coac. 502 (v.l. for πλευριτικά).
περιπλευριτικός, ή, όν [ῑτ] c. πλευριτικός, Hpc. Coac. 201.
περιπλευριτικός, [ῑτ], ή, όν, an der πλευρῖτις sehr leidend, Medic.