περιφορέω Save περιφορέω, carry around LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape περιφορ-έω, = περιφέρω, Hdt. 2.48. περι·φορέω-ῶ, c. περιφέρω, Hdt. 2, 48. περιφορέω [περιφέρω] ronddragen. περιφορέω, = περιφέρω, Her. 2.48.