About Report a problem

Menu

πιεστήριος

πιεστήριος, pressing, squeezing

πῐεσ-τήριος, later πῐαστήριος, ον,
  • pressing, squeezing, πιαστήρια ὄργανα Heliod. ap. Orib. 49.4.68.
    • II πιεστήριον, τό, press, Dsc. 4.75; Dor. πιαστήριον Gloss.

Saved

Recent