πιέζω
πιέζω, to press, squeeze; oppress, distress
- press tight, squeeze, χειρὶ ἑλὼν ἐπίεζε βραχίονα Il. 16.510, cf. Hes. Op. 497; ἀστεμφέως ἐχέμεν μᾶλλόν τε π. Od. 4.419; μʼ ἐν δεσμοῖσι δέον μᾶλλόν τε πίεζον 12.196, cf. 164; π. τὰ χείλεα compress them, Hp. VM 22; ῥύγχος εἰς ὄξος π. Axionic. 8.5; π. τοὺς ὑπευθύνους squeezing them (like figs), to try if they are ripe, Ar. Eq. 259; σφόδρα π. αὐτοῦ τὸν πόδα Pl. Phd. 117e; π. [τὴν δεξιὰν] ἐμπαθῶς Plb. 31.24.9: abs., X. Mem. 3.10.13, Arist. Rh. 1361b17:—Pass., to be pressed tight, ἐν δεσμοῖς Od. 8.336, cf. Hp. Fract. 25, al.; of wrestlers, Plu. Alc. 2; πιέζεται ὅσα πόρους ἔχει κενούς are compressible, Arist. Mete. 386b1.
- II press or weigh down, of a heavy weight, Σικελία αὐτοῦ π. στέρνα Pi. P. 1.19, cf. Ar. Pax 1032:—and in Pass., ὁ δʼ ὦμος . . πιέζεται Id. Ra. 30, cf. X. Cyr. 7.5.11: metaph., oppress, distress, π. τινὰ ἡ δαπάνη Hdt. 5.35; λιμός A. Ch. 250; καὶ πρὸς π. χρημάτων ἀχηνία (Abresch for προσπιέζει) ib. 301; συμφορὰ δʼἑτέρους ἑτέρα π. E. Alc. 894 (lyr.); αὐχμὸς π. τὰς ἀμπέλους Ar. Nu. 1120; π. ἡ ἀνάγκη ib. 437, cf. Th. 2.52:—freq. in Pass., ὑπὸ νούσοισι Sol. 13.37; ὑπὸ λιμοῦ Th. 1.126; πολέμῳ Hdt. 4.11, 6.34; τῇ νούσῳ Pherecyd. ap. D.L. 1.122, cf. Th. 7.47; ταῖς εἰσφοραῖς Lys. 28.3; ταῖς συμφοραῖς X. Cyr. 7.2.20; σπάνει σίτου Id. HG 5.4.56, etc.: abs., Hdt. 7.121, etc.; of a river, to be exhausted from the heat of the sun, Id. 2.25.
- 2 press hard, of a victorious army, τοὺς ἐναντίους Id. 9.63:—Pass., τὴν πιεζομένην μάλιστα τῶν μοιρέων ib. 60; εἴ πῃ πιέζοιντο Th. 1.49, cf. X. HG 2.4.34; ὑπό τινων ib. 7.1.43.
- 3 bear hardly upon, τινα Pl. Cra. 409a; τῷ λόγῳ Plu. Alc. 6; ὑπὸ τῶν ἐλέγχων πιέζεσθαι Phld. D. 3.8; of a point in the argument, hold fast to, Pl. Lg. 965d; press it, Plb. 3.21.3, Demetr.Lac. l.c., etc.; lay stress on, Plu. Aud.poet. 2.31e: c. dat., insist upon, τοῖσι περιπάτοισι Hp. Insomn. 88.
- b determine precisely, ἀποστήματα Procl. Hyp. 5.19, cf. 49 (Pass.); π. δεῖ πῶς ἓν ἐκεῖνο καὶ ἕτερον Porph. Sent. 36.
- 4 repress, stifle, ἐν θυμῷ χόλον Pi. O. 6.37; τὸν τῦφον Plu. Alc. 4.
- 5 outweigh, τἀγαθῷ τὸ δυστυχές E. Hipp. 637, cf. Supp. 249 (s. v.l.).
- III later, lay hold of, ταῦρον . . πιάξας τᾶς ὁπλᾶς by the hoof, Theoc. 4.35; αὐτὸν τῆς χειρός Act.Ap. 3.7, cf. Ev.Jo. 7.30, etc.
1. drukken (op), persen, knijpen (in):
2. overdr.
a. beknellen, in het nauw brengen:
b. in bedwang houden, stevig vasthouden:
drücken, festdrücken, festhalten, zwängen ; χειρὶ δʼ ἑλὼν ἐπίεζε βραχίονα, Il. 16.510 ; ἐν δεσμοῖσι, Od. 12.164, wie ἐν δεσμοῖς κρατεροῖσι πιεσθείς 8.336 ; πιέζει στέρνα, Pind. P. 1.19 ; übertr., ἐν θυμῷ πιέσαις χόλον, Ol. 6.37 ; τοὺς ἀπωρφανισμένους νῆστις πιέζει λιμός, Aesch. Ch. 248, vgl. 299, bedrängen, ängstigen, quälen, wie Her. 4.11, 9.60, 63 ; τὴν τύχην λίαν πιέζειν, Eur. Suppl. 249 ; πιέζειν τοὺς ὑπευθύνους, Ar. Eq. 259 ; auch αὐχμὸς πιέζει τὰς ἀμπέλους, die Dürre ist den Weinstöcken schädlich, Nub. 1104 ; πιέζει με ἡ ἀνάγκη, 436 ; sp.D., σῶμα πιέσας κυδαλίμοις καμάτοις, Ep.adesp. 685 (Plan. 21); in Prosa, auch festdrücken, festhalten, fest behaupten, οἷόν περ σφόδρα πιέσαντες μὴ ἀνῶμεν, Plat. Legg. XII.965d ; widerlegen, τοῦτο τὸ ὄνομα φαίνεται τὸν Ἀναξαγόραν πιέζειν, Crat. 409a ; ταῖς συμφοραῖς πιέζεσθαι, Xen. Cyr. 7.2.20 ; τῷ πολέμῳ πιεζόμενοι, Pol. 5.29.1 ; βραχὺ πιεσθῆναι τῇ χώρᾳ κατὰ τὴν μάχην, ein wenig zu weichen genötigt werden, 2.33.8.
Aor. pple. pass. πιεσθείς Od. 8.336.
- 1
To press, squeeze, compress : βραχίονα Il. 16.510. Cf. Od. 4.287, Od. 12.174.
- 2
To grip, grasp : ἀστεμφέως ἐχέμεν μᾶλλόν τε πιέζειν Od. 4.419.
- 3
To load (with bonds), secure tightly : ἐν δεσμοῖς πιεσθείς Od. 8.336. Cf. Od. 12.164, 196.
- 1
- a press upon Σικελία τʼ αὐτοῦ πιέζει στέρνα λαχνάεντα P. 1.19
- b met.,
- α suppress (feelings) ἐν θυμῷ πιέσαις χόλον οὐ φατὸν ὀξείᾳ μελέτᾳ O. 6.37
- β affect, be a burden to τὸ γὰρ οἰκεῖον πιέζει πάνθʼ ὁμῶς· εὐθὺς δʼ ἀπήμων κραδία κᾶδος ἀμφʼ ἀλλότριον N. 1.53
- Ito press, squeeze, press tight, Hom., Attic
- IIto press or weigh down, of a heavy weight, Pind., Ar.: metaph. to oppress, straiten, distress, Hdt., Aesch., etc.—Pass. to suffer greatly, Hdt., Attic
- 2to press hard, of a victorious army, Lat. premo, τοὺς ἐναντίους Hdt.:— Pass., εἴ πη πιέζοιντο Thuc.
- 3to repress, stifle, Pind.
- IIIlater to lay hold of, ταῦρον πιάξας τᾶς ὁπλᾶς by the hoof, Theocr.; αὐτὸν τῆς χειρός NTest.
-
…οὔ. πῶς γὰρ φέρεις, ὅς γʼ αὐτὸς ὑφʼ ἑτέρου φέρει ; οὐκ οἶδʼ · ὁ δʼ ὦμος οὑτοσὶ πιέζεται. σὺ δʼ οὖν ἐπειδὴ τὸν ὄνον οὐ φῄς σʼ ὠφελεῖν, ἐν τῷ μέρει σὺ τὸν ὄνον ἀράμενος φέρε…
Aristophanes, Frogs
-
…δʼ αὐτοῦ πείρατʼ ἀνήφθω. εἰ δέ κε λίσσωμαι ὑμέας λῦσαί τε κελεύω, ὑμεῖς δὲ πλεόνεσσι τότʼ ἐν δεσμοῖσι πιέζειν. ἦ τοι ἐγὼ τὰ ἕκαστα λέγων ἑτάροισι πίφαυσκον · τόφρα δὲ καρπαλίμως ἐξίκετο νηῦς ἐυεργὴς νῆσον Σειρήνοιιν · ἔπειγε…
Homer, Odyssey
-
…πειρήσεται, ὅσσʼ ἐπὶ γαῖαν ἑρπετὰ γίγνονται, καὶ ὕδωρ καὶ θεσπιδαὲς πῦρ · ὑμεῖς δʼ ἀστεμφέως ἐχέμεν μᾶλλόν τε πιέζειν. ἀλλʼ ὅτε κεν δή σʼ αὐτὸς ἀνείρηται ἐπέεσσι, τοῖος ἐὼν οἷόν κε κατευνηθέντα ἴδησθε, καὶ τότε δὴ…
Homer, Odyssey
-
…νευστάζων · οἱ δὲ προπεσόντες ἔρεσσον. αὐτίκα δʼ ἀνστάντες Περιμήδης Εὐρύλοχός τε πλείοσί μʼ ἐν δεσμοῖσι δέον μᾶλλόν τε πίεζον. αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ τάς γε παρήλασαν, οὐδʼ ἔτʼ ἔπειτα φθογγῆς Σειρήνων ἠκούομεν οὐδέ τʼ ἀοιδῆς, αἶψʼ ἀπὸ…
Homer, Odyssey
-
…ἐλῄζοντο τοὺς ἐν τῇ πόλει κατά τε γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν. οἱ δὲ ἐν τῇ πόλει ὄντες Ἐπιδάμνιοι ἐπειδὴ ἐπιέζοντο, πέμπουσιν ἐς τὴν Κέρκυραν πρέσβεις ὡς μητρόπολιν οὖσαν, δεόμενοι μὴ σφᾶς περιορᾶν φθειρομένους, ἀλλὰ τούς τε φεύγοντας…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…κατεψηφισμένην σφῶν ἐπικρεμασθῆναι, ἣν πρὶν ἐμπεσεῖν εἰκὸς εἶναι τοῦ βίου τι ἀπολαῦσαι. τοιούτῳ μὲν πάθει οἱ Ἀθηναῖοι περιπεσόντες ἐπιέζοντο, ἀνθρώπων τʼ ἔνδον θνῃσκόντων καὶ γῆς ἔξω δῃουμένης. ἐν δὲ τῷ κακῷ οἷα εἰκὸς ἀνεμνήσθησαν καὶ τοῦδε τοῦ…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…ἔστʼ ἐργαστέον. πολλοὶ γὰρ εἰς ἓν συμπίτνουσιν ἵμεροι, θεοῦ τʼ ἐφετμαὶ καὶ πατρὸς πένθος μέγα, καὶ πρὸς πιέζει χρημάτων ἀχηνία, τὸ μὴ πολίτας εὐκλεεστάτους βροτῶν, Τροίας ἀναστατῆρας εὐδόξῳ φρενί, δυοῖν γυναικοῖν ὧδʼ ὑπηκόους πέλειν .…
Aeschylus, Libation Bearers
-
…εἰωθότων ὦ δέσποτα, ἐφʼ οἷς ἀεὶ γελῶσιν οἱ θεώμενοι ; νὴ τὸν Δίʼ ὅ τι βούλει γε, πλὴν πιέζομαι, τοῦτο δὲ φύλαξαι · πάνυ γάρ ἐστʼ ἤδη χολή. μηδʼ ἕτερον ἀστεῖόν τι ; πλήν γʼ ὡς θλίβομαι…
Aristophanes, Frogs
-
…τοῦτο δʼ αὖ οὕτω τρεφόμενον ἐλάνθανεν αὐτῷ τὸ στράτευμα. Ἀρίστιππος δὲ ὁ Θετταλὸς ξένος ὢν ἐτύγχανεν αὐτῷ, καὶ πιεζόμενος ὑπὸ τῶν οἴκοι ἀντιστασιωτῶν ἔρχεται πρὸς τὸν Κῦρον καὶ αἰτεῖ αὐτὸν εἰς δισχιλίους ξένους καὶ τριῶν μηνῶν μισθόν, ὡς…
Xenophon, Anabasis
-
…αὐτοὺς ὠφελεῖν · ἐξῆν γὰρ αὐτοῖς, εἰ τούτου γε δέοιντο, καὶ μηδένα λιπεῖν ὀλίγον ἔτι χρόνον τῷ λιμῷ πιέσαντας. οὐδέ γε τὸ φρουροὺς μισθοῦσθαι συνήρεσκέ μοι, ἐξὸν αὐτῶν τῶν πολιτῶν τοσούτους προσλαμβάνειν, ἕως ῥᾳδίως ἐμέλλομεν οἱ…
Xenophon, Hellenica