Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πιπεράδιον
πιπεράδιον, pepper
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πινυτή
πινυτής
πινυτός
Πινυτός
πινυτότης
πινυτόφρων
πινυτῶς
πινύω
πίνω
πινώδης
πινωδία
πίνωσις
πινώτιον
Πιξώδαρος
Πιξώδωρος
πιοειδής
πίομαι
πῖον
πίον
Πιονίαι
πιόνομος
πῖος
Πίος
πιότατος
πιοτέρως
πιότης
πιόφυλλος
πιόω
πίπα
πιπαλίς
πιπεράδιον
πιπεράς
πίπερι
πιπέριον
πιπερίς
πιπερόπαστον
πιπεροτριβεύς
πιπίζω
πιπίσκω
πιπλάς
πιπλάω
πίπλημι
πίπλω
πίπον
πῖπος
πίπος
πιππίζω
πίππος
πίπρα
πιπράσκω
πιπράω
πίπρημι
πιπρήσκω
πιπτακάριος
πιπτέον
πίπτω
πιπώ
Πιραεῖς
πιρίας
πίρωμις
πίσα
…
πιπεράδιον
Save
πιπεράδιον, pepper
LSJ
πῐπεράδιον, τό,
pepper,
POxy.
1299.10 (iv A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}