πινυτής Save LSJ Bailly 2024 Pape πῐνῠτ-ής, ῆτος, Dor. ᾶτος, ἡ, = foreg., AP 7.490 (Anyt.). πινυτής, ῆτος (ἡ) [ῐῠ] c. le préc. Anth. 7, 490. πινυτής, ῆτος, ἡ, = πινυτή, Anyte 22 (VII.490).