Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πλεισταχῶς
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πλεῖμα
πλεῖν
πλεῖον
πλειονάζω
πλειονάκις
πλειοναχῶς
πλειόνει
πλειονομοιρέω
πλειονότης
πλειονοψηφία
πλειονοψηφοφορία
πλειόνως
πλειοποιός
πλεῖος
πλειότερος
πλειότης
πλείους
πλεῖς
Πλεισθένης
Πλεισθενίδαι
Πλεισθενίδης
πλεισιογείτων
πλεῖστα
Πλεισταίνετος
πλειστάκι
πλειστάκις
πλεισταρχία
πλείσταρχος
Πλείσταρχος
πλεισταχόθεν
πλεισταχῶς
πλειστήρης
πλειστηριάζω
πλειστηριασμός
πλειστηρίζομαι
Πλειστῖνος
Πλειστοάναξ
πλειστοβολέω
πλειστοβολίνδα
πλειστοβόλος
πλειστόβολος
πλειστογονέω
πλειστόγονος
πλειστοδυναμέω
Πλειστόλας
πλειστολόγως
πλειστολόχεια
πλειστόμβροτος
πλειστονίκης
πλεῖστος
Πλειστός
πλειστοτόκος
πλειστοφόρος
Πλειστῶναξ
Πλείστωρ
Πλείστωρος
πλείω
πλείων
πλειών
πλέκος
πλεκόω
…
πλεισταχῶς
Save
Pape
πλεισταχῶς
, adv.,
auf die meiste Art, aufs Vielfältigste
, Philem.
lex
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}