Πλειστοάναξ Save Bailly 2024 Πλειστο·άναξ, ακτος (ὁ) Pleistoanax, h. Thc. 1, 107, etc. || ➳ Par contr. Πλειστῶναξ, Plut. Lyc. 20, Per. 22, etc. Étym. πλ. ἄναξ.