πλειστήρης
πλειστήρης, manifold
πλειστήρ-ης, ες,
- manifold, ἅπας π. χρόνος all the whole length of time, A. Eu. 763.
πλειστ·ήρης, ης, ες, très considérable, Eschl. Eum. 763.
Étym. πλεῖστος, *ἄρω.
πλειστήρης, ες, meistfach, sehr vielfach, πλειστήρης χρόνος, alle Zeit, Aesch. Eum. 733.
πλειστήρης
πλειστ-ήρης, ες
*ἄρω
- manifold, ἅπας πλ. χρόνος all the whole length of time, Aesch.