πλειστοτόκος
πλειστοτόκος, bringing forth most offspring
πλειστο-τόκος, ον,
- bringing forth most offspring, Man. 4.102 cod.
πλειστο·τόκος, ος, ον, très fécond, Man. 4, 102.
Étym. πλ. τίκτω.
πλειστοτόκος, am meisten, sehr viel gebärend, Man. 4.192.