πληγάς
πληγ-άς, άδος, ἡ,
- = δρέπανον, Hsch.
- II Πληγάδες, αἱ, = Συμπληγάδες, A.R. 2.596, 645.
πληγάς, άδος (ἡ) c. δρέπανον, Sib. 5, 221.
Étym. πλήσσω.
πληγάς, ἡ,
1) = δρέπανον, Sichel, Hesych.
2) αἱ Πληγάδες, = Συμπληγάδες, Ap.Rh.
1) = δρέπανον, Sichel, Hesych.
2) αἱ Πληγάδες, = Συμπληγάδες, Ap.Rh.