πληγοειδής
πληγοειδής, like an impact
πληγοειδής, ές,
- like an impact, ἐπίρροιαι Cass. Pr. 25:—also πληγώδης, ες, = πληκτικός II, Antyll. ap. Orib. 9.13.4.
πληγο·ειδής, ής, ές, qui ressemble à un coup, Cass. 153, 8, 12.
Étym. πληγή, εἶδος.