About
Menu

πλῆγμα

πλῆγμα, a blow; a stroke (syn. πληγή)

πλῆγ-μα, ατος, τό,
  • = πληγή, πλήγματα μετώπων, γενειάδων, κρατός, etc., S. Tr. 522 (lyr.), E. IT 1366, Tr. 794 (anap.), etc.; π. γενῇδος stroke of mattock, S. Ant. 250; τέθνηκε νεοτόμοισι π. ib. 1283; of a waspʼs sting, Arist. HA 627b27.

Saved

Recent