πλῆγμα
πλῆγμα, a blow; a stroke (syn. πληγή)
πλῆγ-μα, ατος, τό,
- = πληγή, πλήγματα μετώπων, γενειάδων, κρατός, etc., S. Tr. 522 (lyr.), E. IT 1366, Tr. 794 (anap.), etc.; π. γενῇδος stroke of mattock, S. Ant. 250; τέθνηκε νεοτόμοισι π. ib. 1283; of a waspʼs sting, Arist. HA 627b27.
πλῆγμα, ατος (τὸ)
1 coup, Soph. Tr. 522 ||
2 blessure, Soph. Ant. 1283 ; Eur. I.T. 1366, etc. ; en parl. d’une piqûre de guêpe, Arstt. H.A. 9, 41, 1.
Étym. πλήσσω.
1. slag, klap:
2. wond:
πλῆγμα, τό, = πληγή, Soph. Tr. 519 ; Wunde, τέθνηκε νεοτόμοισι πλήγμασιν, Ant. 1268 ; Eur. I.T. 1366 u. sp.D.
πλῆγμα, ατος, τό,
= πληγή, Soph., Eur.