πληθοποιός
πληθοποιός, creating plurality
πληθο-ποιός, όν,
- creating plurality, Procl. in Prm. p.592 S., Dam. Pr. 33.
πληθο·ποιός, ός, όν, qui multiplie, Procl.
Étym. πλῆθος, ποιέω.