πολυγάλακτος
πολυγάλακτος, with much milk
πολῠ-γάλακτος [γᾰ], ον,
- with much milk, Arist. PA 688b3: poet. Sup. πουλυγαλακτοτάτη AP 9.224. (Crin.).
πολυ·γάλακτος, ος, ον [ῠγᾰ] au lait abondant, Arstt. P.A. 4, 10, 37 ||
➳ Ion. πουλυγάλακτος, au sup. -ότατος, Anth. 9, 224.
Étym. π. γάλα.
πολυγάλακτος, mit vieler Milch, milchreich ; Arist. part. an. 4.10 ; Crinag. 26 (IV.224) in poet. Form πουλυγαλακτοτάτην.
πολυγάλακτος
πολυ-γάλακτος, ον,
- with much milk; poet. Sup. πουλυγαλακτοτάτη Anth.