πολυβούτης
πολυβούτης, rich in oxen
πολῠ-βούτης, ου, ὁ, (βοῦς)
- rich in oxen, ἄνδρες . . πολύρρηνες, πολυβοῦται Il. 9.154, Hes. Fr. 134.3:—also in form πουλυβοώτης, Carm.Naupact. 2 (EGF p.199 K.).
πολυ·βούτης, ου [ῠ] adj. m. riche en troupeaux de bœufs, Il. 9, 154, 296 ; Hés. fr. 80, 3 Göttling.
Étym. π. βοῦς.
πολυβούτης, ὁ, reich an Rinderherden ; ἄνδρες πολύρρηνες, πολυβοῦται, Il. 9.154, 296 ; Hes. frg. 39.3.
πολυβούτης
[πολυ-, πολύς + βοῦς.]
Rich in oxen : ἄνδρες πολυβοῦται Il. 9.154= 296.
πολυβούτης (βοῦς): rich in cattle, Il. 9.154 and 296.
πολυβούτης
πολυ-βούτης, ου, ὁ,
βοῦς
- rich in oxen, Il.