πολύβυρσος
πολύβυρσος, of many hides
πολῠ-βυρσος, ον,
- of many hides or skins, gloss on πολύρρινος, Sch. A.R. 3.1231.
πολύβυρσος, = πολύρρινος, Schol. Ap.Rh. 3.1230.