Πολυβώτης Save Πολυβώτης, Polybotes, a giant Bailly 2024 Πολυ·βώτης, dor. Πολυ·βώτας, α (ὁ) [ῠ] Polybôtès, h. Thcr. Idyl. 10, 15, etc. Étym. π. βόσκω.