πολυγαθής
πολῠ-γᾱθής, ές, Dor. for πολυγηθής.
πολυ·γαθής, v. πολυγηθής.
πολυγαθής, [ᾱ], ές, dor. = πολυγηθής.
πολῠγᾱθής
- 1giving much joy (Ἥραν) τὰν Διὸς εὐναὶ λάχον πολυγαθέες (v. l. -γαθέος) P. 2.28 τὰν Διωνύσου πολυγαθέα τιμὰν fr. 29. 5. Διώνυσος πολυγαθὴς fr. 153.
πολυγαθής
πολυ-γᾱθής, ές
Doric for πολυγηθής.