πολυκοιρανίη
πολυκοιρανίη
ἡ
[πολυ-, πολύς + κοίρανος.]
The rule of many Il. 2.204.
πολυκοιρανίη (κοίρανος): rule or sovereignty of many, Il. 2.204†.
ἡ
[πολυ-, πολύς + κοίρανος.]
The rule of many Il. 2.204.