πολύκλειτος
πολύκλειτος, far-famed
πολῠ-κλειτος, η, ον, (κλείω B)
- far-famed, Pi. O. 6.71, Fr. 194.
πολύ·κλειτος, ος, ον, très illustre, Pd. O. 6, 120.
Étym. π. κλειτός.
πολύκλειτος, viel od. sehr berühmt, γένος, Pind. Ol. 6.71.
πολύκλειτος
- 1of great renown ἐξ οὗ πολύκλειτον καθʼ Ἕλλανας γένος Ἰαμιδᾶν O. 6.71 καὶ πολυκλείταν περ ἐοῖσαν ὅμως Θήβαν ἔτι μᾶλλον ἐπασκήσει fr. 194. 4.
a ti te suplico, astuta y arrogante, sanadora, previsora, que tienes gran fama
πολύκλειτος
πολύ-κλειτος, η, ον
- far-famed, Pind.