πολύκρεκτος
πολύκρεκτος, much-sounding
πολύ-κρεκτος, ον,
- much-sounding, κιθάρη Orph. H. 34.16.
πολύ·κρεκτος, ος, ον, très sonore, Orph. H. 33, 16.
Étym. π. κρέκω.
πολύκρεκτος, vieltönend, κιθάρα, Orph. H. 33.16.