πολυκρατής
πολυκρατής, very mighty
πολυ-κρᾰτής, ές,
- very mighty, Μοῖρα B. 8.15; ἀραὶ φθιμένων (leg. τεθυμένων) A. Ch. 406 (lyr.).
πολυ·κρατής, ής, ές [ᾰ] très puissant, tout-puissant, Eschl. Ch. 406.
Étym. π. κράτος.
πολυκρατής, ές, sehr mächtig, Aesch. Ch. 400.
πολυκρατής
πολυ-κρᾰτής, ές
κράτος
- very mighty, Aesch.