Πολυκράτειος
Πολυκράτειος, of or belonging to Polycrates
Πολυκράτειος [ᾰ], α, ον,
- of Polycrates, ἔργα Arist. Pol. 1313b24.
Πολυκράτειος, ος, ον [ᾰ] de Polykratès, Arstt. Pol. 5, 9, 4.
Étym. πολυκρατής.
Πολυκράτειος, α, ον
- of or belonging to Polycrates, Arist.