πολυσέβαστος
πολυ-σέβαστος, ον, Ep. πουλυ-,
- = Lat. augustissimus, AP 9.419 (Crin.).
*πολυ·σέβαστος, poét. πουλυ·σέβαστος, ος, ον, très auguste, Anth. 9, 419.
πολυσέβαστος, = πολύσεμνος, das lat. augustissimus, Crinag. 21 (IX.419), Καῖσαρ.
πολυσέβαστος
πολῠ-σέβαστος, ον,
- the Lat. augustissimus, Anth.