πολύσεπτος
πολύσεπτος, much-revered
πολύ-σεπτος, ον,
- much-revered, Orph. H. 26.6, Porph. Chr. 78.
πολύ·σεπτος, ος, ον [ῠ] c. le préc. Orph. H. 25, 6.
Étym. π. σέβομαι.
πολύσεπτος, viel od. hoch verehrt, Orph. 25.6.
πολύσεπτος
- 1greatly revered ]μοσω πολυσεπτ[ Πα. 12. a. 7.