πολύρρηνος
πολύρρηνος, rich in sheep
πολύ-ρρηνος, ον,
- = foreg., of a person, Od. 11.257; of a country, A. Eleg. 3; σταθμός Q.S. 2.331.
πολύ·ρρηνος, ος, ον, c. πολύρρην, Od. 11, 256 ; Eschl. Eleg. 3.
πολύρρηνος, = πολύρρην ; Od. 11.257 ; πατρίς, Aeschyl. ep. 1 (VII.255).
πολύρρηνος
=πολύρρην. Od. 11.257.
πολύρρηνος
πολύρ-ρηνος, ον,
ῥήν
- rich in sheep, Od.:—in pl. we have a heterocl. nom., ἄνδρες πολύρρηνες Il.