πολύσκεπτος
πολύσκεπτος, far-seen
πολύ-σκεπτος, ον,
- far-seen, Βοώτης Arat. 136.
πολύ·σκεπτος, ος, ον très apparent, tout à fait visible, Arat. 136.
Étym. π. σκέπτομαι.
πολύσκεπτος, viel od. weit gesehen, Βοώτης, Arat. 136.