πολυφήτωρ Save LSJ Pape πολυ-φήτωρ, ορος, ὁ, ἡ, = foreg. II, as gloss on ἀφήτωρ, Sch. Il. 9.404. πολυφήτωρ, ὁ, ἡ, = πολύφημος, Erkl. von ἀφήτωρ, Schol. Il. 9.404.