πολυφερβής Save LSJ Bailly 2024 Pape πολυ-φερβής, ές, = πολύφορβος, Nonn. D. 5.218. πολυ·φερβής, ής, ές [ῠ] c. πολύφορβος, Nonn. D. 5, 218. πολυφερβής, ές, = πολύφορβος, Nonn. D. 5.218.